Πώς άρχισαν όλα ...

Λίγο μετά την απελευθέρωση από τη Γερμανική κατοχή, άρχισαν οι συζητήσεις για ίδρυση Πανεπιστημίου στην Κρήτη, οι οποίες κορυφώθηκαν στη δεκαετία του 1960. Ενώ όμως ήταν καθολικό το αίτημα για ίδρυση Πανεπιστημίου στην Κρήτη, υπήρχε και έντονη διαμάχη μεταξύ των πόλεων, ως προς το ποια θα αποτελούσε την έδρα του υπό ίδρυση Πανεπιστημίου. Τελικά, επί Υπουργίας Αθανασίου Ταλιαδούρου, ως χρυσή τομή στο πρόβλημα, δόθηκε από τον τότε Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή η λύση ίδρυσης Πανεπιστημίου, το οποίο θα είχε σχολές στις πόλεις Ρεθύμνου και Ηρακλείου, και Πολυτεχνείου, του οποίου οι σχολές και η έδρα θα ήταν στα Χανιά. 

Το Πολυτεχνείο Κρήτης ιδρύθηκε με το ν. 545/77 «Περί ιδρύσεως Τεχνολογικού Πανεπιστημίου υπό την επωνυμία Πολυτεχνείο Κρήτης και άλλων τινών διατάξεων». Είναι το δεύτερο καθαρά τεχνικό Πανεπιστήμιο της χώρας. Στις 17 Ιουλίου 1977, παρουσία του τότε Υπουργού Παιδείας κ. Γεωργίου Ράλλη, συνεδρίασε η πρώτη Διοικούσα Επιτροπή του Ιδρύματος, υπό την προεδρία του Καθηγητού του ΕΜΠ και Ακαδημαϊκού Περικλή Θεοχάρη, στην οποία συμμετείχαν ο Δήμαρχος Χανίων κ. Ιωάννης Κλωνιζάκης και ο Πρόεδρος του Παραρτήματος Δυτικής Κρήτης του ΤΕΕ κ. Γεώργιος Κατσανεβάκης, ως εκπρόσωποι της τοπικής κοινωνίας, η οποία τόσο ενδιαφέρον είχε δείξει για την ίδρυση του Πολυτεχνείου Κρήτης. Αντιπρόεδρος της ΔΕ ορίσθηκε ο Καθηγητής του ΕΜΠ κ. Ιωάννης Τεγόπουλος.

Η Διοικούσα Επιτροπή (ΔΕ) του 1977, κατά τη διάρκεια της θητείας της, ασχολήθηκε με την εξεύρεση γης για την ανέγερση των μονίμων κτιριακών εγκαταστάσεων του Ιδρύματος, αρχίζοντας τις διαδικασίες απαλλοτρίωσης 3.500 στρεμμάτων γης. Πρέπει να τονισθεί η αμέριστη συμπαράσταση, της οποίας έτυχε η απόφαση αυτή εκ μέρους της τοπικής κοινωνίας. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την οργάνωση και στελέχωση των Υπηρεσιών του Ιδρύματος και κυρίως με το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του. Αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας ήταν η έκδοση πληθώρας προεδρικών διαταγμάτων από τα οποία ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Π.Δ. 1140/80 «Περί Ιδρύσεως Ανωτάτων Σχολών, Τμημάτων και Ινστιτούτων Ερευνών ως και συστάσεως θέσεων Καθηγητών εις το Πολυτεχνείο Κρήτης» που προέβλεπε την ίδρυση τριών Σχολών: α) Τεχνικών Επιστημών, β) Εφαρμοσμένων Επιστημών και γ) Αρχιτεκτονικής και Χωροταξίας. Κάθε μία Σχολή, περιελάμβανε τέσσερα Τμήματα. Η τότε Διοικούσα Επιτροπή οραματίσθηκε ένα μεγάλο και πολυτμηματικό Ίδρυμα κατά τα πρότυπα του Πολυτεχνείου της Αγκύρας. Παράλληλα με τις δραστηριότητες στο θεσμικό πλαίσιο, η πρώτη Δ.Ε.  φρόντισε για την απόκτηση τριών παλαιών κτιρίων (Παλαιές Φυλακές, Παλαιό Δημαρχείο ή Μεγάλο Αρσενάλι και Ενετική Λότζια), τη σύνταξη μελετών για την αναστύλωσή τους, όπως και για τη σύνταξη μελετών για τις Αρχικές Εγκαταστάσεις. Προχώρησε ακόμη στην αγορά Η/Υ όπως και στον εξοπλισμό της βιβλιοθήκης με βιβλία και 479 τίτλους επιστημονικών περιοδικών, αλλά και την σύσταση Εκλεκτορικών Σωμάτων για την εκλογή των πρώτων καθηγητών.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1981, η νέα Κυβέρνηση, μέσω του Υπουργείου Παιδείας, όρισε νέα Διοικούσα Επιτροπή υπό την Προεδρία του καθηγητή του Α.Π.Θ. Θαλή Αργυρόπουλου (Δεκέμβριος 1982-Ιανουάριο 1989) και στη συνέχεια υπό  την προεδρία πλέον του καθηγητή της ΑΣΟΕΕ Θεοδώρου Λιανού (Φεβρουάριο 1989-Αύγουστο 1989). Αντιπρόεδρος της ΔΕ ορίσθηκε ο Καθηγητής του ΕΜΠ κ. Γεώργιος Νουτσόπουλος. Η νέα Δ.Ε. συμπλήρωσε ή αναθεώρησε αποφάσεις της Δ.Ε. ’77 πάνω σε βασικές επιλογές, όπως ήταν η διάρθρωση του Πολυτεχνείου Κρήτης σε ακαδημαϊκές μονάδες, το στεγαστικό πρόβλημα και ο εκπαιδευτικός προγραμματισμός. Ως προς το στεγαστικό, προτεραιότητα εδόθη στην ανάπτυξη του Πολυτεχνείου μέσα στην πόλη με την αναπαλαίωση των Παλαιών Φυλακών και Στρατώνων, την αγορά και αναπαλαίωση της Γαλλικής Σχολής, 

την αγορά από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης του κτιριακού συγκροτήματος της Μεραρχίας, την εξασφάλιση χρήσης του στρατοπέδου Χατζηδάκη στη Χαλέπα και προώθηση των μελετών ανέγερσης κτιρίων σ’ αυτό. Παράλληλα προωθήθηκαν οι μελέτες ανέγερσης των μονίμων κτιριακών εγκαταστάσεων στο Ακρωτήρι για την στέγαση ενός Τμήματος, αυτού των Ηλεκτρονικών Μηχανικών, ενώ είχε προηγηθεί περικοπή της απαλλοτριωτέας έκτασης κατά 600 στρέμματα. Η θεμελίωση των πρώτων εγκαταστάσεων το Ακρωτήρι, έγινε το Δεκέμβριο 1988.

 

Ως προς τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό, ματαιώθηκαν οι προκηρυχθείσες εκλογές καθηγητών, αφού προετοιμάσθηκαν σημαντικές αλλαγές που στηρίχθηκαν στο νέο νομικό πλαίσιο που άρχισε να διαμορφώνεται εν τω μεταξύ, αλλά και στον επανασχεδιασμό της δομής του Ιδρύματος, με αποτέλεσμα την πλήρη ανατροπή του σχεδιασμού της Δ.Ε. ’77. Επιστέγασμα της φιλοσοφίας της Δ.Ε. ’82 ως προς τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό, ήταν η έκδοση του Π.Δ. 52/83 «Διάρθρωση του Πολυτεχνείου Κρήτης σε Τμήματα και Τομείς, διαδικασία πλήρωσης θέσεων ΔΕΠ και προϋποθέσεις για την αυτοδύναμη λειτουργία του Πολυτεχνείου Κρήτης με εκλεγμένα όργανα Διοίκησης». Αντί των τριών Σχολών και 12 Τμημάτων που προέβλεπε το Π.Δ. 1140/80, με το Π.Δ. 52/83 προβλέφθηκε η ίδρυση 6 Τμημάτων: Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης, Μηχανικών Ορυκτών Πόρων, Ηλεκτρονικών Μηχανικών, Χημικών Μηχανικών, Μηχανολόγων Μηχανικών και Γενικό Τμήμα.  Από το 1985 έως και τον Αύγουστο 1989 Αντιπρόεδρος της ΔΕ ανέλαβε ο Καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης κ. Βασίλειος Δρουκόπουλος.

 

Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Αυγούστου 1989, διορίσθηκε νέα Διοικούσα Επιτροπή υπό την Προεδρία του Καθηγητή του ΕΜΠ κ. Ιωάννη Τεγόπουλου και Αντιπροέδρους τους Καθηγητές του Πολυτεχνείου Κρήτης κ.κ. Ιωακείμ Γρυσπολάκη και Αντώνιο Φώσκολο.

 

Το 1984 διορίσθηκαν τα πρώτα μέλη ΔΕΠ στο Ίδρυμα, ήτοι οι καθηγητές Γεώργιος Αβδελάς, Ιωακείμ Γρυσπολάκης, Βασίλειος Δρουκόπουλος, Ιωάννης Σίσκος και Παύλο Λυκούδη. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1984-85 άρχισε την εκπαιδευτική του λειτουργία το Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης με την εισαγωγή των πρώτων 120 φοιτητών, καθώς και το Γενικό Τμήμα, το οποίο παρείχε την εκπαίδευση στις βασικές επιστήμες σε όλα τα Τμήματα. Ακολούθησαν το Τμήμα Μηχανικών Ορυκτών Πόρων κατά το ακαδ. έτος 1987-88 και το Τμήμα Ηλεκτρονικών Μηχανικών κατά το ακαδ. έτος 1990-1991, το οποίο με απόφαση της ΔΕ μετονομάσθηκε το 1991 σε Τμήμα Ηλεκτρονικής και Μηχανικών Υπολογιστών. Το 1992 αποφασίσθηκε η μετονομασία του Τμήματος Χημικών Μηχανικών σε Χημικών Μηχανικών & Μηχανικών Περιβάλλοντος και το 1993 προκηρύχθηκαν οι πρώτες τρεις θέσεις καθηγητών του εν λόγω Τμήματος. Αργότερα, και αφού το Ίδρυμα απέκτησε αυτοδύναμη λειτουργία, το Τμήμα Χημικών Μηχανικών & Μηχανικών Περιβάλλοντος μετονομάσθηκε σε Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος, το οποίο δέχθηκε τους πρώτους φοιτητές το 1997. Τέλος, το έτος 2004, ιδρύθηκε και υποδέχθηκε τους πρώτους φοιτητές το Τμήμα των Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, το οποίο στεγάσθηκε στο ανακαινισμένο Κτήριο της πρώην Γαλλικής Σχολής στην Χαλέπα.

 

Από το Σεπτέμβριο του 1989, η Δ.Ε. αποφάσισε την αλλαγή της στόχευσης στην κτιριολογική ανάπτυξη του Ιδρύματος. Εγκαταλείφθηκε η περαιτέρω ανάπτυξή του μέσα στην πόλη και προωθήθηκε με ταχείς ρυθμούς η ανάπτυξη της Πολυτεχνειούπολης στο Ακρωτήρι. Το Πολυτεχνείο αποδέσμευσε χώρους, όπως το Στρατόπεδο Χατζηδάκη και η Ενετική Λότζια, ώστε η πόλη των Χανίων να τους αξιοποιήσει για άλλες χρήσεις. Στα κτίρια που κρατήθηκαν για ιδιόχρηση, στεγάζονται η Πρυτανεία και οι διοικητικές υπηρεσίες (Παλαιές Φυλακές και Στρατώνες) και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών (πρώην Γαλλική Σχολή), ώστε να διατηρείται η απαραίτητη επαφή του Ιδρύματος με την πόλη των Χανίων και τον κοινωνικό της ιστό. Κυρίως όμως κατέστη δυνατή η στέγαση των Τμημάτων του Πολυτεχνείου στην Πολυτεχνειούπολη του Ακρωτηρίου, όπου υπήρχε η δυνατότητα ανέγερσης των κατάλληλων αιθουσών, εργαστηρίων και υποδομών που οι σύγχρονες απαιτήσεις επιβάλλουν για ένα Τεχνικό Πανεπιστήμιο.

 

Τον Οκτώβριο του 1993 υπήρξαν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις και τα Τμήματα του Ιδρύματος αυτονομήθηκαν, ώστε σε επίπεδο Τμήματος, λειτουργούσαν με εκλεγμένα όργανα διοίκησης. Μόλις υπήρξαν αυτές οι προϋποθέσεις, κινήθηκαν οι διαδικασίες εκλογής Πρυτανικών Αρχών και αυτοδύναμης πλέον λειτουργίας του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Με απόφαση της Συγκλήτου το 2003 αποφασίσθηκε η στέγαση του Τμήματος Καλών Τεχνών στην πρώην Μεραρχία στην θέση Καστέλι της παλαιάς πόλης των Χανίων, ενώ το νεοϊδρυθέν Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών (απόφαση της Συγκλήτου του 2008) θα στεγασθεί στην Πολυτεχνειούπολη Χανίων. Εφ’ όσον δε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών συνεχίσει να στεγάζεται στην πρώην Γαλλική Σχολή, θα έχουμε τα Τμήματα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης, Μηχανικών Ορυκτών Πόρων, Ηλεκτρονικών Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών, Μηχανικών Περιβάλλοντος και το Γενικό Τμήμα να λειτουργούν στην Πολυτεχνειούπολη, ενώ τα Τμήματα, τα οποία έχουν σχέση με τις εικαστικές τέχνες (Αρχιτεκτόνων Μηχανικών και Καλών Τεχνών) να στεγάζονται στο κέντρο μιας εκ των ωραιοτέρων πόλεων της χώρας μας. Επιπλέον, στο πλαίσιο του Τετραετούς Προγραμματισμού 2009-2012 η Σύγκλητος αποφάσισε την εκπόνηση μελέτης για την ανέγερση Κτηρίου Διοίκησης στην Πολυτεχνειούπολη. Στόχος είναι η μετακίνηση, μετά το 2012, όλων των διοικητικών υπηρεσιών και της Πρυτανείας σε αυτό, ενώ τα σημερινά κτήρια που στεγάζουν τη Διοίκηση (Παλαιές Φυλακές και Στρατώνες) θα δοθούν στο Τμήμα Καλών Τεχνών, το οποίο θα λειτουργεί στην πρώην Μεραρχία.

Το Πολυτεχνείο Κρήτης έχει έκτοτε πραγματοποιήσει αλματώδη ανάπτυξη. Οι αριθμοί των μελών ΔΕΠ, επιστημονικών συνεργατών και κάθε κατηγορίας προσωπικού, έχουν πολλαπλασιασθεί. Σε όλα τα Τμήματα λειτουργούν οργανωμένες μεταπτυχιακές σπουδές, ενώ σήμερα φοιτούν σχεδόν 2900 προπτυχιακοί φοιτητές και σχεδόν 700 μεταπτυχιακοί φοιτητές και υποψήφιοι διδάκτορες. Η Πολυτεχνειούπολη με σύγχρονα κτίρια διδασκαλίας και έρευνας, βιβλιοθήκες, φοιτητική εστία, φοιτητικό εστιατόριο και χώρους άθλησης και αναψυχής, είναι από τις καλύτερες στην Ελλάδα. Νέα Τμήματα ιδρύονται και λειτουργούν. Εκατοντάδες ερευνητικά προγράμματα εκπονήθηκαν και εκπονούνται, αποφέροντας ένα μεγάλο τόσο εκπαιδευτικό και ερευνητικό όσο και οικονομικό όφελος στο Ίδρυμα. Η ενίσχυση της αριστείας και των καλών επιδόσεων εκ μέρους των φοιτητών μας, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η αγορά επιστημονικού εξοπλισμού για τα 57 θεσμοθετημένα και τα περίπου 20 μη θεσμοθετημένα εκπαιδευτικά και ερευνητικά εργαστήρια έχουν φέρει το Πολυτεχνείο Κρήτης σε περίοπτη θέση ανάμεσα στα Πολυτεχνεία της Ευρώπης. Το Πολυτεχνείο Κρήτης έχει πλέον καταξιωθεί εκπαιδευτικά και ερευνητικά στον ελληνικό και διεθνή επιστημονικό χώρο, ως ένα κέντρο αριστείας.