06
Φεβ

Παρουσίαση Ερευνητικής Εργασίας Κανάκη Ελισάβετ -Τζώρτσου Αρτεμις - Σχολή ΑΡΜΗΧ
Κατηγορία: ΑΡΜΗΧ   Παρουσίαση Ερευνητικής Εργασίας  
ΤοποθεσίαΚ4 - Κτίριο Κ4
Ώρα06/02/2019 10:00 - 11:00

Περιγραφή:

 


Ονοματεπώνυμο: Κανάκη Ελισάβετ Τζώρτσου Άρτεμις
 

Τίτλος: πόλεις σε πόλεμο_χαρτογραφώντας την αστικοποίηση του πολέμου στη σύγχρονη εποχή
Title: War and the city_mapping the urbanization of the war in modern times

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019, 10.00 π.μ.
Κτίριο Κ4, Πολυτεχνειούπολη

 Εξεταστική επιτροπή:


Επικ.καθ.Δ. Χατζησάββα (επιβλέπουσα)
Αναπλ.καθ.Νικόλαος Σκουτέλης    
Επικ.καθ . Δέσποινα Διμέλλη                

Περίληψη

Η διαμόρφωση των πόλεων διατηρούσε ανέκαθεν στενή σχέση με την πολεμική απειλή. Βασικό αντικείμενο έρευνας της συγκεκριμένης εργασίας αποτελεί η αλληλεπίδραση  ανάμεσα στην αστική και πολεμική εξέλιξη καθώς και το αποτύπωμά της στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η δυναμική αυτή σχέση καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική, κυρίως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου εντοπίζεται η μετάβαση των ενόπλων συγκρούσεων από τα ανοιχτά πεδία μάχης στις ανορθόδοξες συγκρούσεις εντός των πόλεων. Στο πλαίσιο της μελέτης της σύγχρονης πραγματικότητας, η συγκεκριμένη έρευνα εστιάζει στους σύγχρονους ή ασύμμετρους πολέμους- πόλεμοι μεταξύ ενός εθνικού στρατού και ένοπλων ανταρτών-, όπως αυτοί αναφέρονται στα στρατιωτικά εγχειρίδια, χαρτογραφώντας το εύρος και την πολυπλοκότητά τους.
Μέσα σε αυτή την προβληματική, η εργασία δομείται σε τρία μέρη. Στην πρώτη ενότητα εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο, το φαινόμενο του πολέμου μετασχηματίζεται με την πάροδο του χρόνου, ανάλογα με τον χώρο που διεξάγεται, τα εργαλεία και την τεχνολογία που χρησιμοποιούνται, το διακύβευμα που ενέχει και τον χαρακτήρα του εκάστοτε Εχθρού. Πιο συγκεκριμένα, ως εργαλεία ανάλυσης, επιλέγονται ορισμένες στιγμές- σταθμοί της πολεμικής ιστορίας και χαρακτηριστικά μοντέλα διεξαγωγής πολέμων. Καθοριστική είναι η επίδραση των αλλαγών της πολιτικής εξουσίας στις μορφές που λαμβάνουν οι πολεμικές συγκρούσεις. Οι αλλαγές του πολέμου συμβάλλουν ιδιαίτερα στην κατανόηση της αστικοποίησής του κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Όπως και στην υπόλοιπη εργασία, έτσι και στην πρώτη ενότητα, γίνεται εκτενέστερη αναφορά στα χαρακτηριστικά των σύγχρονων πολέμων.
Στη δεύτερη ενότητα ερευνάται ο τρόπος με τον οποίο οι θεωρητικοί του στρατού προσεγγίζουν το αστικό περιβάλλον, προσπαθώντας να αναλύσουν την πολυπλοκότητά του και να βρουν τρόπους, ώστε να την εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Η ενασχόληση του στρατιωτικού κλάδου με τα αστικά τοπία εντατικοποιείται μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, που ξεκινά η συστηματική καταγραφή των στρατιωτικών προβληματοποιήσεων- κυρίως προερχόμενων από τον αμερικανικό στρατό- σε σχέση με την πόλη. Καθώς γίνεται σαφές ότι η πολύπλοκες τοπογραφίες αυξάνουν τις πιθανότητες εκδήλωσης εξεγέρσεων, δημιουργείται ένας ολόκληρος κλάδος, αυτός της αντιεξέγερσης, ο οποίος ενώ αρχικά αφορά στις εμπόλεμες περιοχές, σταδιακά το  πεδίο εφαρμογής του διευρύνεται και «μεταφέρεται» στο εσωτερικό των δυτικών μητροπόλεων. Η μελέτη των ίδιων των εγχειριδίων του στρατού και του τρόπου με τον οποίο ο στρατιωτικός κλάδος αντιλαμβάνεται την πόλη, ως μια αστική τριάδα αποτελούμενη από το έδαφος, τις υποδομές και τον πληθυσμό, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις μεθόδους και τις στοχεύσεις των σύγχρονων επεμβάσεων σε πόλεις- πεδία πολέμου.
Έχοντας αναγνώσει τις στρατιωτικές θεωρήσεις, αλλά και μελετώντας το έργο θεωρητικών της πόλης σχετικά με τη σχέση του αστικού πεδίου με τον πόλεμο, στην τρίτη ενότητα εξετάζονται παραδείγματα στρατιωτικών επεμβάσεων σε πόλεις- θέατρα πολέμου όπως το Σεράγεβο, η Ναμπλούς και η Βαγδάτη. Σημαντικό εργαλείο ανάλυσης αποτελεί το φαινόμενο της «αστικής καταστροφής»- που ανέκαθεν αποτελούσε τακτική επίθεσης στις πόλεις- και η εφαρμογή του στους σύγχρονους πολέμους. Ο έλεγχος των υποδομών της πόλης- δίκτυο επικοινωνίας, πληροφορίας, ενέργειας, κυκλοφορίας, συμβολικά κτίρια και υπηρεσίες- καθίσταται ζωτικής σημασίας για τα στρατιωτικά επιτελεία, καθώς αυτές όχι μόνο ρυθμίζουν τη λειτουργία της, αλλά υπάγονται σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο δίκτυο. Ο μεταπολεμικός σχεδιασμός και η συνολικότερη διαχείριση πολλών εξ’ αυτών αποτελούν κομβικά ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση της συλλογικής μνήμης, όπως διαφαίνονται στο παράδειγμα των Τιράνων και της Βηρυτού.
Στην ίδια ενότητα, εξετάζεται η στρατιωτικοποίηση των δυτικών μητροπόλεων, ως διεύρυνση του πολεμικού φαινομένου. Οι τακτικές στρατιωτικοποίησης των πόλεων, αφού πρώτα έχουν εφαρμοστεί στα πολεμικά πεδία, στοχεύουν τώρα στον επιθετικό έλεγχο των δυνητικά επικίνδυνων δυτικών πληθυσμών. Η κατασκευή της «ασύμμετρης απειλής» και του «εσωτερικού εχθρού», έχοντας πια την πρωτοκαθεδρία στις σύγχρονες μορφές εχθρότητας, αποτελούν πηγή ανασφάλειας για τις πόλεις της Δύσης και ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» εκτυλίσσεται πλέον στους δρόμους και τις πλατείες τους. Στο Παρίσι, τις Βρυξέλες, το Λονδίνο, το Λος Άντζελες η απειλή της εθνικής ασφάλειας χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση προληπτικών μέτρων επιτήρησης στον δημόσιο χώρο. Έτσι, το πεδίο του πολέμου, εμφανίζεται σήμερα πολύ ευρύτερο του αυστηρού πεδίου των επιχειρήσεων και εμπλέκει τις πόλεις με πρωτόγνωρους τρόπους.

 

 

 

© Πολυτεχνείο Κρήτης 2012